Χριστίνα Τετράδη. Η εικόνα της Ελλάδας ως τουριστικός προορισμός είναι πολύ καλή στο εξωτερικό. Κι ενώ η πανδημία σκιάζει την αγορά, οι τιμές και οι όροι στα συμβόλαια διευκολύνουν τη ζήτηση αλλά μειώνουν τους τζίρους.

Χριστίνα Τετράδη

Αντιπρόεδρος ΞΕΕ, πρόεδρος Ξενοδόχων Ζακύνθου, γεν. γραμματέας του ΙΤΕΠ

Oι όροι υπογραφής συμβολαίων ξενοδοχείων-tour operators, σε συμπιεσμένες τιμές και χωρίς προκαταβολές, περιορίζει αισιοδοξία για άνοδο της ζήτησης. Η αντιπρόεδρος του ΞΕΕ ξεδιπλώνει και άλλες, λιγότερο γνωστές και συζητημένες παραμέτρους της κατάστασης που διαμορφώνεται στην αγορά.

Ποια είναι τα βασικότερα στοιχεία που διαμορφώνουν τις προβλέψεις και τις τάσεις για το 2022;
Η τουριστική ζήτηση είναι αυξημένη. Έχουν υπογραφεί συμβόλαια για το καλοκαίρι του 2022 με tour operators και τα μέχρι σήμερα μηνύματα είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικά, σε ό,τι αφορά τη γενικότερη επιθυμία του κόσμου να ταξιδέψει εκτός της χώρας του. Η Ελλάδα, ειδικότερα, έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη των τουριστών και αυτή την στιγμή η εικόνα της ως τουριστικός προορισμός, είναι ιδιαίτερα ελκυστική, κάτι που αποτυπώνεται σε όλα τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία. Οι προβλέψεις των μεγάλων tour operators είναι πολύ θετικές σε ό,τι αφορά την πορεία της τουριστικής ζήτησης, για το καλοκαίρι του 2022. Η αισιοδοξία τους αυτή εκφράζεται και μέσω της αύξησης των συμβολαίων με ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Αυτό που δεν διευκρινίζουν οι tour operators (αλλά προκύπτει με σαφήνεια από την έρευνα του ΙΤΕΠ) είναι σε τι τιμές κλείστηκαν αυτά τα συμβόλαια και με ποιους όρους. Είναι γεγονός ότι παρατηρείται αυξημένη ζήτηση και ό,τι έχουν «βάλει» στο διαδίκτυο προς πώληση δείχνει την τάση να εξαντληθεί. Έτσι ακούμε να προβλέπουν ότι η τουριστική ζήτηση για το καλοκαίρι φτάνει στα επίπεδα του 2019. Αυτό που θα πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι τα διαθέσιμα πακέτα και οι διανυκτερεύσεις στα ξενοδοχεία που βρίσκονται προς πώληση έχουν κλειστεί σε τιμές «προσφορών». Οι tour operators βλέποντας να εξαντλείται η διαθεσιμότητα που έχουν εξασφαλίσει, επανέρχονται ζητώντας επιπλέον δωμάτια αλλά προτείνοντας οι τιμές να παραμείνουν στα ίδια επίπεδα, των early booking προσφορών.

Τα στοιχεία της έρευνας του ΙΤΕΠ σκιαγραφούν την κατάσταση και είναι αποκαλυπτικά:

  • Tο 2021, τα ξενοδοχεία εισέπραξαν κατά μέσο όρο 79% λιγότερες προκαταβολές σε σχέση με το 2019.
  • Μόνο το 36% των ξενοδόχων έχει υπογράψει συμβόλαια για το 2022. Εξ αυτών, το 70% με τιμές ίδιες με αυτές του 2021, μόνο το 25% με τιμές αυξημένες κατά μέσο όρο 7,1% και το 6% με τιμές μειωμένες κατά μέσο όρο 17,8%.
  • Αξίζει να τονιστεί ότι μόλις το 9,2% (924 επιχειρήσεις) των ξενοδοχείων έχει υπογράψει συμβόλαια τύπου Commitment για το 2022, απόδειξη της αστάθειας που παρατηρείται στις τάσεις των κρατήσεων.
  • Επιπρόσθετα: Από αυτό το 9,2%, το ποσοστό των δεσμευμένων δωματίων για το 2022 είναι 44,1%. Ας σημειωθεί ότι το αντίστοιχο ποσοστό για μια τυπική χρονιά (2019) ήταν 52,6%

Αυτά που αναφέρετε δημιουργούν προβλήματα ρευστότητας στα ξενοδοχεία;

Το early booking (πάντα σε τιμές προσφορών) που παρουσιάζεται (αυξημένο για το καλοκαίρι) έχει αξία κυρίως για δύο λόγους:
Γιατί, παραδοσιακά, συνεπάγεται προκαταβολές, με τις οποίες οι ξενοδόχοι προέβαιναν στις απαραίτητες ανακαινίσεις και κάλυπταν μέρος των υποχρεώσεων οι οποίες είχαν μείνει ακάλυπτες. Δυστυχώς, στην υφιστάμενη κατάσταση, πολλές οι συμφωνίες για συμβόλαια δεν περιλαμβάνουν προκαταβολές. Οι όροι έχουν μεταβληθεί. Η πίεση των tour operators προς τα ξενοδοχεία είναι μεγάλη για να αποδεχτούν τους προαναφερόμενους όρους.
Η άρνηση των «προτεινόμενων ή μάλλον επιβαλλόμενων» όρων μπορεί να επιφέρει τη διακοπή της συνεργασίας. Καταλαβαίνετε ότι αυτό συνεπάγεται πρόβλημα ρευστότητας για τα ξενοδοχεία που αναγκάζονται να «στερηθούν» το πολύτιμο ποσό των προκαταβολών. Οι προκαταβολές αποτελούν το «λάδι» για την εκκίνηση της μηχανής των ξενοδοχείων. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ο ρόλος των τραπεζών που ενώ θα έπρεπε να διευκολύνουν σε επίπεδο ρευστότητας τα ξενοδοχεία να ξεκινήσουν την σεζόν, μη χορηγώντας τους τα απαραίτητα ποσά κεφάλαια κίνησης δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες ώστε οι tour operators να αυξήσουν τη διαπραγματευτική τους θέση, πιέζοντας για εκπτώσεις.

Εμπλουτισμός και αναβάθμιση του τουριστικού μας προϊόντος με «εμπειρίες» πολιτισμού, τοπικής παράδοσης. Πόσο είμαστε κοντά σε αυτή την «απαίτηση» των καιρών;
Είναι γεγονός ότι η αναζήτηση από τους ταξιδιώτες «εμπειριών» πολιτισμού, τοπικής παράδοσης αλλά και πολλών άλλων μορφών εμπειριών, είναι μια ισχυρά ανερχόμενη τάση που δεν μπορεί να αγνοηθεί. όμως, το να μιλάμε απλά για αυτή δεν αρκεί. Θα πρέπει να δούμε και τις δυσκολίες και τα προβλήματα του εγχειρήματος. Από την πλευρά μας, την πλευρά των ξενοδοχείων, τόσο ως επιχειρηματίες όσο και ως σημαντικό τμήμα του συνολικού τοπικού τουριστικού προϊόντος, καλούμαστε να προσθέσουμε στις προσφερόμενες υπηρεσίες μας τοπικά δρώμενα, εκδρομές, περιηγήσεις κ.ά. Η προσφορά εμπειριών από το ξενοδοχείο στον τουρίστα ταξιδιώτη και ο εμπλουτισμός του τουριστικού πακέτου ή του πακέτου υπηρεσιών που διαθέτει το ξενοδοχείο στον επισκέπτη, θα πρέπει να δημιουργηθεί ή να προκύψει μέσα από σχετικές συνεργασίες με τοπικούς επαγγελματίες, υπό μορφή εκδρομής, δραστηριότητας, συμμετοχής σε τοπικά δρώμενα κ.λπ. και στη συνέχεια να προσφερθεί στους πελάτες του ξενοδοχείου που το επιθυμούν.

Πόσο εύκολο είναι να γίνει αυτό;
Πρώτον, θα πρέπει να υπάρχουν αυτά τα προϊόντα/ υπηρεσίες «εμπειριών» προς διάθεση, γεγονός που δεν είναι καθόλου δεδομένο. Συχνά δεν αρκεί η ιδιωτική πρωτοβουλία να καλύψει αυτό το κενό. Χρειάζεται η συμβολή της πολιτείας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού να δημιουργήσει τις κατάλληλες υποδομές. Για παράδειγμα, χρειαζόμαστε μονοπάτια περιηγητικού ή άλλων μορφών τουρισμού για να δημιουργήσουμε σχετικά «πακέτα» εμπειριών και να τα διαθέσουμε στους τουρίστες. Χρειαζόμαστε προβλήτες για να αναπτύξουμε την κρουαζιέρα και κατάλληλα αθλητικά κέντρα για να αναπτύξουμε τον αθλητικό τουρισμό.

Δεύτερον. Ένα θέμα, επίσης, που αντιμετωπίζουν συχνά τα ξενοδοχεία που συνεργάζονται κατά βάση με tour operators (και άρα ο βαθμός εξάρτησής τους από αυτούς είναι μεγαλύτερος) είναι το ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν επιτρέπουν στο ξενοδόχο να πουλήσει εκδρομές ή δραστηριότητες στους πελάτες τους, θεωρώντας ότι το ξενοδοχείο δρα ανταγωνιστικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι t.o. υποστηρίζουν ότι: Δεν «μπορεί» να πουλήσει το ξενοδοχείο –στους δικούς μου πελάτες– προϊόντα ή υπηρεσίες (εκδρομές, δραστηριότητες κ.ά.) που διαθέτω και εγώ. Ακόμα και στις περιπτώσεις που ο tour operator δεν διαθέτει επαρκή αριθμό σχετικών προϊόντων/υπηρεσιών μπορεί η αντιμετώπιση να είναι παρόμοια. Αυτό συχνά είναι αιτία εντάσεων. Σε κάθε περίπτωση, δεν συμβάλλει στην κατεύθυνση δημιουργίας, προώθησης συμπληρωματικών «προϊόντων εμπειριών» που θα εμπλουτίσουν και θα αναβαθμίσουν το τοπικό τουριστικό προϊόν.

Πώς θα μπορούσαν τα ξενοδοχεία να μειώσουν το βαθμό εξάρτησης από τους tour operators;
Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ρόλος των tour operators ήταν και είναι πολύ σημαντικός για την ανάπτυξη ενός τουριστικού προορισμού και πολύτιμος για να πετύχει ένα ξενοδοχείο ικανοποιητικές πληρότητες, ιδιαίτερα αν διαθέτει ένα σχετικά μεγάλο αριθμό κλινών. Σε καμία περίπτωση δεν αναφερόμαστε στο να σταματήσει ένα ξενοδοχείο τη συνεργασία μαζί τους. Αυτό που είναι καλό να κάνει ένα ξενοδοχείο –όπως και κάθε επιχείρηση– είναι το να «μη βάζει όλα τα αυγά σε ένα καλάθι». Η διασπορά των πωλήσεων/πελατών τόσο σε επίπεδο αγορών (π.χ. διαφορετικών χωρών) όσο και σε επίπεδο καναλιών διανομής, με τον τρόπο που προαναφέραμε, είναι η σωστή επιχειρηματική στρατηγική. Μια στρατηγική, όμως, που για να αποφέρει αποτελέσματα χρειάζεται να υπάρχουν μια σειρά από στοιχεία όπως επαρκής μεταφορική και αεροπορική σύνδεση.

Πώς θα προσελκύσει ένα ξενοδοχείο μεμονωμένους τουρίστες, αν οι όποιες κρατήσεις δεν υποστηρίζονται από διαθέσιμες θέσεις σε αεροπορικές συνδέσεις;
Η πολιτική συνδιαφήμισης με τους tour operators μας φέρνει τουρίστες και αυτό είναι αναμφισβήτητα χρήσιμο και συχνά απαραίτητο. Πιστεύω όμως ότι, παράλληλα, θα έπρεπε να υποστηριχθούν αντίστοιχα και ανεξάρτητες εταιρείες χαμηλού κόστους που θα εξασφαλίζουν πτήσεις προς συγκεκριμένους προορισμούς. Για παράδειγμα, σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσαν να βοηθήσουν εταιρείες όπως η Fraport ή αεροπορικές εταιρείες όπως η Aegean που έχει τη δυνατότητα να προσθέσει πτήσεις από δημοφιλείς ή και ανερχόμενους προορισμούς π.χ. Αγγλία, Πολωνία, αν είχε κάποια υποστήριξη σε επίπεδο συνδιαφήμισης. Μέχρι σήμερα το θέμα της συνδιαφήμισης το χειρίζεται σχεδόν αποκλειστικά το κράτος σε κεντρικό επίπεδο (ΕΟΤ). Όμως, προς αυτή την κατεύθυνση θα έπρεπε να στραφεί και η Τοπική Αυτοδιοίκηση (Δήμοι και Περιφέρειες) καθώς μέσω και των DMΜO, τη δημιουργία των οποίων προβλέπει και προωθεί ο νέος τουριστικός νόμος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλούμε εισάγετε το σχόλιο σας
Παρακαλούμε εισάγετε το όνομά σας